ἄλλος

ἄλλος
Grammatical information: adj.
Meaning: `other' (Il.)..
Dialectal forms: Cypr. αἶλος.
Compounds: ἀλλοπρόσαλλος `unreliable, fickle' from ἄλλο πρὸς ἄλλον λέγων, Bechtel, Lex. ἀλλοφρονέω `give no heed, be senseless' with a special development of ἄλλο- (improbable Aeol. ἆλλος = ἠλεός, Bechtel Lex. ἀλλοφάσσω `to be delirious' (Hp.) with unclear second element.
Derivatives: ἀλλοῖος `of another kind, different' (Hom.), after τοῖος, ποῖος, οἷος. - Several adverbs: ἄλλοθεν, ἀλλαχῃ̃ etc. - From an adverb with -τρ- (cf. Skt. anyá-tra `elsewhere') comes ἀλλότριος `alienus, belonging to another' (Il.).
Origin: IE [Indo-European] [27] *h₂el-io- `other'
Etymology: ἄλλος \< *al-io- as in Lat. alius, Goth. aljis, OIr. aile `other' (Gaul. Allo-broges), Toch. B alye-k, A ālak (depalatalized), Arm. ayl. Beside *ali̯o- there was *ani̯o- in Skt. anyá- `other'; on their relation Debrunner REIE 3, 1ff. - S. ἀλλά, ἀλλάσσω, ἀλλόδαπος, ἀλλήλους; Schwy 446 n. 8, 614.
Page in Frisk: 1,76-77

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἅλλος — ἄλλος , ἄλλος y masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄλλος — y masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άλλος — η, ο (ΑΜ ἄλλος, η, ον) (ως αντωνυμία ή επίθετο) 1. αυτός που διακρίνεται από κάποιον ή κάποιους, που ήδη έχουν αναφερθεί ή υπονοηθεί 2. (ενάρθρως) ο άλλος, οι άλλοι αυτός ή αυτοί που απομένουν, οι υπόλοιποι 3. διαφορετικός, αλλιώτικος, άλλου… …   Dictionary of Greek

  • άλλος — η, ο αόριστη αντωνυμία 1. φανερώνει κάτι διαφορετικό από τα ως τα τώρα γνωστά: Άλλα απ αυτά που βλέπεις δεν έχω. 2. διαφορετικός, αλλιώτικος: Να τον δεις, έγινε άλλος άνθρωπος. 3. στην αρχή δύο ή περισσότερων διαδοχικών προτάσεων χωρίς άρθρο,… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • άλλος — [аллос] επ. другой, иной …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἄλλοσ' — ἄλλοσε , ἄλλοτε at another time indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Alter Hercules = οὗτος ἄλλος Ἡρακλῆς. — См. Геркулес …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • ἄλλω — ἄλλος y neut nom/voc/acc dual ἄλλος y masc nom/voc/acc dual ἄλλος y neut gen sg (doric aeolic) ἄλλος y masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄλλα — ἄλλος y neut nom/voc/acc pl ἄλλᾱ , ἄλλος y fem nom/voc/acc dual ἄλλᾱ , ἄλλος y fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄλλων — ἄλλος y neut gen pl ἄλλος y fem gen pl ἄλλος y masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κἄλλος — ἄλλος , ἄλλος y masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.